Ἡ καταφθάνουσα πανθρησκεία ἀπαιτεῖ τὴν κοινωνίαν πρωτίστως ὅλων τῶν ψευδοχριστιανῶν ἀναμεταξύ των, ἔπειτα δὲ καὶ τὴν κοινωνίαν τῶν ψευδοχριστιανῶν αὐτῶν μετὰ πασῶν τῶν ἀλλοθρήσκων, ὅπως τῶν Μωαμεθανῶν, τῶν Ἑβραίων, καὶ τῶν λοιπῶν.
Ἵνα πραγματωθῇ αὐτὸ ἀσφαλῶς κάθε ἔννοια ἀβάτου, ὅπως τὸ ἄβατον τοῦ Ἁγίου Ὄρους διὰ τὰς γυναίκας, τὸ ἄβατον τῶν γυναικείων Μονῶν διὰ τοὺς ἄνδρας, τὸ ἄβατον τῶν ἀνδρικῶν Μονῶν διὰ τὰς γυναίκας, τὸ ἄβατον τοῦ Ὀρθοδόξου Ναοῦ, ἀκόμη δὲ καὶ τοῦ ἐσωνάρθηκος (Πρόναος) διὰ τοὺς πάσης φύσεως ἀμετανοήτους αἱρετικοὺς καὶ ἀλλοθρήσκους (διὸ καὶ ἡ τάξις τῶν Πυλωρῶν ἢ ἀλλέως Θυρωρῶν), τὸ ἄβατον τοῦ κυρίως Ναοῦ (Ἅγια) διὰ συγκεκριμμένας τάξεις τῶν Κατηχουμένων ἀλλὰ καὶ τὸ ἄβατον τοῦ Ἱεροῦ (Ἅγια τῶν Ἁγίων) διὰ τοὺς μὴ ἀνήκοντας εἰς τὸ τάγμα τῶν Ἱερατικῶν (διὸ καὶ ἠ τάξις τῶν Ταξιθετῶν), ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ ἄβατα λέγομεν, ἀκόμη καὶ ὡς ἔννοιαι, πρέπει βαθμηδὸν νὰ ἐξαφανισθῶσι-καταργηθῶσι τῇ πράξει, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ τελικῶς ἡ πλήρης ἀθέτησις τῆς νομοθετουμένης ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἐκκλησιαστικῆς εὐταξίας, νὰ ἐξαπλωθῇ παντοῦ καὶ νὰ παγιωθῇ ὁ πανθρησκειακὸς συγκρητισμὸς-συγχρωτισμὸς καὶ ἡ παράνομος συμπροσευχητικὴ κοινωνία ''πιστοῦ'' καὶ ἀπίστου, ''φωτὸς'' καὶ σκότους, ''ἱεροῦ'' καὶ ἀνιέρου, ''ὁσίου'' καὶ βεβήλου, ''καθαροῦ'' καὶ ἀκαθάρτου, ''ἀγνοῦ'' καὶ μιεροῦ. Ἐτοποθετήθησαν δὲ εἰσαγωγικὰ προηγουμένως διότι ὡς εὐκόλως νοεῖται οἱ φρονοῦντες καὶ πράτοντες τὸν διαθρησκειακὸν οἰκουμενισμὸν μόνον πιστοὶ καὶ φῶς δὲν εἶναι, μόνον ἱερότητα καὶ καθαρότητα δὲν ἐνυπάρχει εἰς τὴν ψυχήν των, ἀφοῦ δι᾿ αὐτῶν στρώνεται τὸ χαλὶ διὰ τὴν ἔλευσιν καὶ ἐπέλασιν τοῦ προφητευμένου ἀντιχρίστου.
Λοιπὸν, καθὼς θὰ γίνωνται τὰ ἀνωτέρω καὶ τὰ ἄβατα θὰ καταργοῦνται τὸ ἕνα πίσω ἀπὸ τὸ ἄλλο, περισσὴ πιὰ ὕβρις συστηματικῶς καὶ καθημερινῶς θὰ ἐξαποστέλλεται πρὸς τὸν Θεόν. Προετοιμασθεῖτε οὖν διὰ τὴν θείαν ὀργὴν-παιδαγωγίαν Του ποὺ θὰ εὕρῃ τὸν πλανήτην ὅλον, ἀφοῦ ἡ θρησκεία τοῦ ἀντιχρίστου, ἡ πανθρησκεία, ἔχει πλέον ἐξαπλωθεῖ κι ἔχει ἐκπορθήσει κάθε ἀπόρθητον μέχρι πρότινος κάστρον τῆς Ὁρθοδοξίας.
Ἡ οἰκονομικὴ στενότης, ἡ ἔλλειψις κατηχήσεως, ἡ ἀμάθεια-ἡμιμάθεια, ἡ κρίσις ταὐτότητος τῶν σημερινῶν «Ὀρθοδόξων», καὶ τὸ πολυπολιτισμικὸν-πολυφυλετικὸν περιβάλλον, ἐπιβάλλουσι πιὰ φορτικῶς ὄχι τὴν ἐφαρμογὴν τῶν θεοπνεύστων Ἱερῶν Κανόνων ἀλλὰ ἑνὸς ''χριστιανικοῦ καθωσπρεπισμοῦ'', ἑνὸς εἰδικοῦ θρησκευτικοῦ savoir vivre, ποὺ καταλύει χιλιετεῖς θεσμοὺς, ἔθη καὶ παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, καὶ εἰς τὴν θέσιν των τοποθετεῖ τὴν αἵρεσιν τοῦ ἀγαπισμοῦ (''μὰ ἅμα δὲν τοὺς δεχθοῦμε μέσα στὸν Ναὸ πὼς θὰ τοὺς γυρίσουμε;'', ἀκούγεται συχνὰ ὑπ᾿ αὐτῶν).
Τελικῶς ἐκτὸς τοῦ ἀντιχρίστου φαινομένου τῶν ἐσχάτων τούτων χρόνων τὸ ὁποῖον ἀποκαλεῖται ''political correctness'', ἤτοι ''πολιτικὴ ὀρθότης'', κι ἐννοεῖ ἐδῶ ὁ ὅρος τὸν λόγον καὶ τὴν συμπεριφορὰν ποὺ μετασχηματίζει τὰ πάντα συμφώνως ταῖς διαβολικαῖς ἐπιθυμίαις τῶν ἐπικυριάρχων Νεοταξιτῶν τῆς ''ἐλὶτ'' τοῦ πλανήτου, βλέπω λογικὸν καὶ ἐπάναγκες ν᾿ ἀρχίσῃ πλέον ἄμεσα ἠ χρησιμοποίησις κι ἑνὸς ἄλλου ὅρου, τοῦ ''religious correctness'' (πάντοτε ἐντὸς εἰσαγωγικῶν), δηλοῖ δὲ ὁ ὁρος τὴν ''θρησκευτικὴν ὀρθότητα'', δηλαδὴ τὸν λόγον καὶ τὴν συμπεριφορὰν ποὺ ἐναρμονίζεται οὐχὶ μὲ τὰς ἐκπεφρασμένας βουλὰς τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ συμφώνως ταῖς καινοτομίαις συγχρόνων ἐγκολπιοφόρων-ἐπιτραχηλιοφόρων, φερομένων μὲν ὡς Ὀρθοδόξων, οἵτινες ὅμως, ζηλώσαντες καθὼς φαίνεται ἡροστράτειον δόξαν, πυρκαϊὰν ἔβαλον ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ μὲ τὰς παρανόμους καινοτομίας των, συνάμα δὲ ἤρχισαν ν᾿ ἀποδομῶσι τοὺς αἰωνίους λίθους (ἤτοι νὰ θέτωσιν εἰς ἀργίαν-ἀχρησίαν ἐκείνους τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας τοῦ νομοκανονικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου, οἵτινες δὲν τοὺς ἐξυπηρετοῦσιν) ἐκ τῆς θείας ταύτης οἰκοδομῆς.
Αὕτη ἡ διαβολοκίνητος ''θρησκευτικὴ ὀρθότης'' εἶναι ἡ ὐπεύθυνος ἥτις συμβουλεύει ποιμένας καὶ ποίμνια ἵνα ἐνδίδωσιν εἰς ἀνεπιτρέπτους καινοτομίας, εἰς συναγελασμὸν - συγχρωτισμὸν - συνεκκλησιασμὸν - συνεορτασμὸν - συμπροσευχὴν ὅλων μὲ ὅλους, ἐλπίζει δὲ ὁ βύθιος δράκων ὅτι τοιουτοτρόπως θὰ ἐπιτύχῃ τελικῶς τὴν κατάποσιν ὅλων τῶν ὀγδοητῶν.
Πρόσχωμεν οὖν ἀδελφοί. Τὸ στάδιον ἀγῶνος κατὰ τῆς τελευταίας καὶ μεγαλυτέρας αἱρέσεως ὅλων τῶν χρόνων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, τῆς πανθρησκείας, ἠνέωκται, οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι ἂς εἰσέλθωμεν, ἔχοντες εἰς τὰ χείλη ἡμῶν τὴν καλὴν τῆς ἀμώμου Ὁρθοδοξίας ὁμολογίαν, οἱ γὰρ νομίμως ἀθλοῦντες, δικαίως στεφανοῦνται, καὶ ἀναλαβόντες τὴν πανοπλίαν τοῦ Σταυροῦ, τῷ ἐχθρῷ ἀντιμαχησόμεθα, ὡς τεῖχος ἄῤῥηκτον κατέχοντες καὶ ὁμολογοῦντες τὴν Ὁρθόδοξον Πίστιν, ἐργαζόμενοι δὲ καὶ διὰ τὴν ἐπίτευξιν ὅλων τῶν ψυχοσωτηρίων εὐαγγγελικῶν ἀρετῶν. Ἀμήν. Γένοιτο.
Μωαμεθανικὴ προσευχὴ ἐντὸς καθεδρικοῦ Ναοῦ τῆς Οὐάσιγκτων.