..................................................................................................................
Σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπὸ τοὺς ἀποστολικοὺς ἀκόμη χρόνους, ἡ αἵρεση ἔχει καταστρεπτικὲς συνέπειες γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Τὸν ἀπομακρύνει ἀπ᾿ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἀπώλεια. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καὶ οἱ Ἀπόστολοι εἶναι ἰδιαίτερα αὐστηροὶ μὲ τὶς «αἱρέσεις ἀπωλείας»
.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐπισημαίνουν τὸν μεγάλο κίνδυνο καὶ ἀκολουθώντας τὶς ἀποστολικὲς συστάσεις καλοῦν τοὺς χριστιανοὺς καὶ μάλιστα τοὺς ἀκατάρτιστους στὴν πίστη νὰ μὴν ἔχουν καμία σχέση μὲ αἱρετικοὺς, διότι ὁ κίνδυνος γιὰ τὴν σωτηρία τους εἶναι βέβαιος.
Ὑπάρχουν κάποιοι-κάποιες κυρίες ποὺ τὸ παίζουν ἔξυπνες, καὶ κάποιοι κύριοι, καὶ μᾶς δημιουργοῦνε πρόβλημα. Δημιουργοῦν πρόβλημα στὰ παιδιά τους καὶ στὰ ἐγγόνια τους. Καὶ μεγάλοι στὴν ἡλικία αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἄφοβοι δῆθεν, κάνουνε, συναναστρέφονται μὲ Γιαχωβάδες καὶ μὲ Προτεστάντες, Εὐαγγελικοὺς κ.τ.λπ., καὶ σιγὰ-σιγὰ, ἐπειδὴ αὐτοὶ εἶναι ἀμαθεῖς, καὶ δὲν ξέρουν οὔτε ἕνα ἁγιογραφικὸ χωρίο, ἀρχίζουν καὶ τοὺς παρασέρνουν οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι καταρτισμένοι. Οἱ ἄλλοι ξέρουν τὴν Ἁγία Γραφὴ ἀπ᾿ ἔξω, καὶ ἔρχονται μὲ τὰ ὅπλα, τὴν Ἁγία Γραφὴ, καὶ τοὺς πιπιλίζουν τὸ κεφάλι, καὶ αὐτὰ σὰν ὄρνια πηγαίνουνε καὶ...
Πολὺ καλὴ πρακτικὴ εἶχε ἐπιβάλλει ὁ πατέρας μου στὸ χωριὸ, ποὺ ὑπηρετοῦσε, ἀπὸ μικρὸς θυμᾶμαι εἶχε δώσει τὴν ἐντολὴ σὲ ὅλες τὶς γυναῖκες ὅταν ἔρχεται κανένας Γιαχωβᾶς νὰ κλείνουν τὴν πόρτα καὶ νὰ μὴν ἀνοίγουν καθόλου, οὔτε καλημέρα νὰ τοῦ λένε, γιατί φοβόταν ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν ἄγνοια ποὺ εἶχε ὁ κόσμος νὰ μὴν παρασυρθῇ ἀπὸ τοὺς Γιαχωβᾶδες, καὶ ἀρχίσουμε καὶ ἔχουμε προβλήματα στό...
Ναὶ, νὰ θυμίσω ἐδῶ τὸ γεγονὸς τῆς Ἀλεξανδρουπόλεως. Ὅταν μάλωσα τὸν Ἄνθιμο Ἀλεξανδρουπόλεως, μ᾿ ἐκεῖνο τὸ ἔγγραφο, μὲ τὴν ἐπιστολὴ ποὺ τοῦ ἔστειλα, δὲν τὸν μάλωσα ἀπὸ ἀσέβεια. Τὸν μάλωσα ἐπειδὴ εἶχα ἔντονη, ἔντονο λογισμὸ κι ἀνησυχία γιὰ τὸ ποίμνιό του. Θὰ μοῦ πῆτε: ''Ἐσύ;'' Ναὶ, γιὰ θέματα πίστεως δὲν ὑπάρχουνε σύνορα. Ναὶ, ἐγὼ εἶχα λογισμοὺς καὶ φόβους γιατί ἄφησε τοὺς Προτεστάντες νὰ πᾶνε ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριὸ, ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι σὲ ὄλη τὴν ἐπαρχία του καὶ νὰ μοιράζουνε τὴν Καινὴ Διαθήκη των, τὴν ἐγκεκριμένη ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο καὶ ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο ἀλλὰ ταὐτόχρονα καὶ τὸ φυλλάδιο καὶ τὸ c.d. ἀπὸ τὴν ὀργάνωσή τους. Καὶ ὅπως μαθαίνω δυστυχῶς, δυστυχῶς, μὲ ἐνημερώνουν ἀπὸ τὴν περιοχὴ ἐκείνη ὅτι πολὺς κόσμος, ἀρκετὸς, ἔχει παρασυρθεῖ, καὶ ἄλλοι μὲν ἔχουν ὁδηγηθεῖ πρὸς τὴν αἵρεση καὶ ἄλλοι πρὸς τὴν ἀποτείχιση.
Ἐδῶ λοιπὸν οἱ Ἀπόστολοι καλοῦν τοὺς Χριστιανοὺς καὶ μάλιστα τοὺς ἀκατάρτιστους στὴν πίστη νὰ μὴν ἔχουν καμμιὰ σχέση μὲ αἱρετικοὺς διότι ὁ κίνδυνος γιὰ τὴν σωτηρία τους εἶναι βέβαιος.
Δυστυχῶς ὅμως πολλοὶ, μὴ ἔχοντας οὐσιαστικὴ σχέση μὲ τὸ πνεῦμα τῶν Πατέρων καὶ μὲ τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, βλέπουν πίσω ἀπὸ τὶς ἀπαγορεύσεις αὐτὲς μίσος καὶ ἐχθρότητα τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς αἱρετικούς. Ὅ Ἅγιος Νεκτάριος ὅμως πολὺ περιεκτικὰ συγκεφαλαιώνοντας τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία μᾶς προτρέπει: «Ἀποτρέπου τὴν ἀπιστία καὶ τὴν αἵρεση καὶ τὸ σχῖσμα, ὄχι τὸν ἄπιστον καὶ τὸν αἱρετικὸν καὶ τὸν σχίστην, ὄχι τὸν ἄνθρωπον. Ἀποστρέφου τὴν γνώμην, ὄχι τὴν φῦσιν. Δι᾿ ἐκείνην εἶναι ἀλλότριος καὶ διάφορος, εἶναι ἀποστροφῆς καὶ μίσους ὑπόδικος. Διὰ ταύτην εἶναι οἰκεῖος καὶ πλησίον, εἶναι ἐλέους καὶ συμπαθείας, πολλάκις δὲ καὶ κηδεμονίας καὶ περιθάλψεως ἄξιος».
Διὰ τὴν αἵρεσίν του, διὰ τὴν πίστη του, κ.τ.λπ., πρέπει νὰ τὸν ἀποστρεφόμαστε, καὶ εἶναι καὶ μάλιστα ὑπόδικος μίσους. Ἀλλὰ σὰν ἄνθρωπος ποὺ εἶναι, πρέπει νὰ ᾖναι οἰκεῖος καὶ πλησίον, καὶ νὰ τὸν βοηθήσωμε, καὶ ἂν ἔχῃ ἀνάγκη, καὶ νὰ τὸν στηρίξωμε, καὶ νὰ τὸν πᾶμε καὶ στὸ νοσοκομεῖο, καὶ ὅπως ὁ Σαμαρείτης τὸν ἀλλόθρησκο τὸν βοήθησε.
Οἱ ἀπαγορεύσεις περὶ πολυποίκιλης ἐπικοινωνίας μὲ αἱρετικοὺς πήγαζαν οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία δηλαδὴ προσπαθοῦσε ἀφ᾿ ἑνὸς νὰ διαφυλάξῃ τὰ ὑγιᾶ μέλη Της ἀπὸ τὴν ψυχοκτόνο ἀσθένεια τῶν κακοδόξων, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ νὰ προβληματίσῃ τοὺς τελευταίους μὲ τὴν στάση Της καὶ νὰ τοὺς κάνῃ νὰ καταλάβουν ὅτι βρίσκονται σὲ ἐσφαλμένο δρόμο. Ἡ ἀποχὴ δηλαδὴ ἀπὸ τὴν κοινωνία μαζί τους εἶχε ταὐτόχρονα καὶ παιδαγωγικὸ χαρακτῆρα.
Μελετώντας τὴν πατερικὴ διδασκαλία γιὰ τὶς σχέσεις μας μὲ τοὺς αἱρετικοὺς βλέπουμε ὅτι οἱ Ἅγιοί μας εἶναι ἰδιαίτερα αὐστηροὶ καὶ κατηγορηματικοὶ στὴν ἀπαγόρευση ἐπικοινωνίας μὲ τοὺς αἱρετικοὺς ἢ σχισματικοὺς σὲ θέματα λατρείας καὶ κοινῆς προσευχῆς. Οἱ σχετικὲς ἀναφορὲς τῶν Πατέρων εἶναι πολυπληθεῖς. Στὴν παροῦσα σύντομη μελέτη δὲν θὰ ἀναφερθοῦμε ἐκτενῶς στὶς πατερικὲς μαρτυρίες, ἀλλὰ κυρίως στὴν Κανονικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας γιὰ τὸ θέμα τῆς προσευχῆς μὲ τοὺς αἱρετικούς, τί λένε οἱ Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας.
Θὰ πρέπῃ ὅμως νὰ γίνη ἀπολύτως σαφὲς ὅτι ὅταν ἀναφερόμαστε σὲ αἱρετικοὺς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τοὺς ἀντιμετωπίζουμε ὅλους μὲ ἐνιαῖο τρόπο. Χρειάζεται διάκριση. Ἄλλως τε ὠφείλομε νὰ γνωρίζωμε ὅτι ἡ ὀρθόδοξη παράδοση κάνει διάκριση μεταξὺ τῶν ἀρχηγῶν τῶν αἱρέσεων καὶ τῶν ἀγνοούντων ὀπαδῶν τους.
Κάνει διάκριση ἠ ὀρθόδοξη παράδοση. Ἄλλο ὁ ἀρχηγὸς, ὁ αἱρεσιάρχης, καὶ ἄλλο οἱ ὀπαδοὶ, ποὺ εἶναι, ποὺ ζοῦν, εἶναι καὶ στὴν ἄγνοια. Διαφορετικὰ τοὺς συμπεριφέρεται. Καὶ τοὺς μὲν, ἀκοῦστε τί λέγῃ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος:
Καὶ τοὺς μὲν πρωταγωνιστὰς καὶ προστάτας γενέσθαι τῆς ἀσεβείας, τοὺς δὲ ταχθῆναι τὰ δεύτερα ἢ φόβῳ κατασυσθέντας ἢ χρείᾳ δουλοθέντας ἢ κολακείᾳ δελεασθέντας ἢ ἀγνοίᾳ κλαπέντας, τὸ μετριώτατον''.
Ἀλλιῶς συμπεριφέρεται στοὺς πρωτοστάτες τῆς αἵρεσης καὶ στοὺς προστάτες τῆς ἀσέβειας, ἀλλιῶς στοὺς δεύτερους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ διάφορους λόγους, ἄλλοι ἐπειδὴ φοβήθηκαν ἀπὸ τοὺς προϊσταμένους, ἄλλοι ἐπειδὴ τοὺς ἔταξαν πράγματα, ἄλλοι γιατί αἰσθάνθηκαν μιὰ δουλότητα, ἄλλοι ἐπειδὴ κολακεύτηκαν, ἄλλοι ἀπὸ ἄγνοια. Ἔτσι, διαφορετικὰ εἶναι τὰ κριτήρια. Ὁ ἄλλος ἤξερε περισσότερα, ὁ πρῶτος, ὁ δεύτερος ὄχι.
«Τοῖς μὲν γὰρ τοῦ λαοῦ τάχα ἂν καὶ συγγοινώσχημεν τοῦτο πάσχουσιν, οὕς σώζει πολλάκις τὸ ἀβασάνιστον, διδασκάλῳ δὲ πῶς τοῦτο δώσωμεν ὡς καὶ τὰς τῶν ἄλλων ἀγνοίας ἐπανορθοῖ ἅπερ ἡ μὴ ψευδώνυμος;»
Ὑπάρχει διαφορὰ στὸν ἁπλὸ λαὸ καὶ στοὺς διδασκάλους. Ἀλλιῶς γνωρίζει ὁ Ἱερεὺς, ἀλλιῶς ὁ Πατριάρχης, ἀλλιῶς ὁ ἁπλὸς ὁ κόσμος. Μάλιστα ἐδῶ λέγει ὅτι καὶ ἡ σχετικὴ θέση ποὺ ἀποδίδεται στὸ Μεγάλο Ἀθανάσιο
(''ἐρώτηση: Ἄρα πάντες οἱ αἱρετικοὶ εἰς ἀπώλειαν ἀπέρχονται ἢ οὐ;'')
Ὅλοι οἱ αἱρετικοὶ θὰ χαθοῦν ἢ ὄχι;
(''ἀπόκριση: Ἐστιν αἵρεσις καὶ αἵρεσις, καὶ ἐστιν κρίμα καὶ κρίμα, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ μιᾶ αἱρέσει πολλὰ καὶ διάφορα κρίματα'')
Καὶ στὴν ἴδια τὴν αἵρεση ὑπάρχουν καὶ πολλὲς, διαφορετικὰ κρίματα.
«'Ἄλλη γὰρ ἡ ἁμαρτία τοῦ Ἐπισκόπου, τοῦ πλανῶντος τὸν λαὸν, καὶ ἄλλο κρίμα τοῦ Κληρικοῦ τοῦ δυναμένου μαθεῖν τὴν ὀρθόδοξον Πίστιν, καὶ ἄλλο πάλι τοῦ μὴ δυναμένου, καὶ ἄλλο τοῦ ἀναθεματίζοντος τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀντιμαχομένου ἡμῖν»
Βλέπετε, πόσες διαφορές; Ἄλλο ὁ Ἐπίσκοπος ποὺ γνωρίζει τὰ τῆς Πίστεως, ἄλλο ὁ Ἱερεὺς ποὺ εἶναι μεσ᾿ στὸν χῶρο καὶ μπορεῖ νὰ μάθῃ γιὰ τὴν Πίστη, ἄλλο ἐκεῖνος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ μάθῃ, δὲν ἔχει τὸν τρόπο, ἄλλο ὁ ἁπλὸς ὁ κόσμος, ἄλλο ἁπλὰ αὐτὸς ποὺ ἀναθεματίζει τὴν ἀλήθεια, κρατάει μιὰ στάση τέτοια καὶ τὴν ἀντιμάχεται.
«καὶ ἄλλο τοῦ ἐν γνώσει σφαλομένου, καὶ ἄλλο τοῦ ἐν ἀγνοίᾳ, ἅπερ ἅπαντα γινώσκει ἀκριβῶς ὁ μέλλων κρίνει τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ» (Μεγάλου Ἀθανασίου, πρὸς Ἀντίοχον ἄρχοντα, περὶ πίστεων καὶ ἀναγκαίων ζητημάτων).
Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἐμεῖς, ἀπ᾿ τὴν θέση ποὺ εἴμαστε αὐτὴ τὴ στιγμὴ, ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια, δὲν ἀκούσατε ποτὲ νὰ τὰ βάλουμε μὲ τὸν ἁπλὸ κόσμο τῶν Παπικῶν. Τοὺς λυπούμαστε καὶ τοὺς προσευχόμαστε. Ἐγὼ τοὺς λυποῦμαι. Προσωπικὰ τοὺς λυποῦμαι, ὅταν μαζεύονται ὅλοι αὐτοὶ κάτω ἀπὸ τὴν εὐλογία τοῦ Πάπα στὸ, ἐκεῖ στὴν πλατεῖα τοῦ Ἁγίου Πέτρου, καὶ ὁ Πάπας ἀπὸ πάνω, ὁ κατέχων τὴν γνώση, καὶ γνωρίζει πολὺ καλὰ τὰ τῆς πίστεως, καὶ οἱ Καρδινάλιοι ὅλοι, δὲν ἔχουν τὴν ἴδια εὐθύνη μὲ τὸν ἁπλὸ τὸν κόσμο, καὶ μὲ τοὺς θεολόγους. Δὲν ἔχουν τὴν ἴδια εὐθύνη, οἱ θεολόγοι ἀλλιῶς, ὁ ἁπλὸς ὁ κόσμος διαφορετικὰ, ὅπως καὶ σὲ μᾶς εἶναι, ἀκριβῶς τὸ ἴδιο. Καὶ στὸν Οἰκουμενισμὸ τὸ ἴδιο συμβαίνει. Ἄλλο ὁ Οἰκουμενιστὴς αἱρετικὸς καὶ ἀρχηγὸς τῆς αἱρέσεως, ἄλλο οἱ Ἐπίσκοποι ποὺ ἀκολουθοῦν καὶ στηρίζουν τὸν Οἰκουμενισμὸ, ἄλλο οἱ Παππᾶδες ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ γνωρίσουν καὶ δὲ θέλουν, ἄλλο αὐτοὶ ποὺ δὲν μποροῦν καθόλου νὰ ξέρουν, καὶ ἄλλο οἱ συγγενεῖς, ἄλλο ἐμεῖς, καὶ ἄλλο οἱ συγγενεῖς μας ποὺ οἱ καϋμένοι δὲν ἔχουν ἰδέα οὔτε γιὰ τὸν Χριστό. Εἶναι διαφορετικά, καὶ διαφορετικὰ θὰ κριθοῦνε ὅλοι αὐτοί. Βλέπετε, θὰ μάθουμε πολλὰ πράγματα ποὺ δὲν τὰ γνωρίζουμε καὶ τὰ ᾿χουμε καὶ μπερδεμένα. Θὰ μάθουμε πολλὰ πράγματα. Λοιπόν
Κεφάλαιον πρῶτο
Η ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΠΡΑΞΗ
Τὸ ἕνα θὰ δοῦμε, καὶ ἴσως καὶ τὸ δύο.
1. ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΗ
Στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία κατὰ τὸν Ἰωάννην Σταματᾶκο «συνεύχομαι» σημαίνει «εὔχομαι ἀπὸ κοινοῦ μετά τινος, ἑνώνω τὰς εὐχάς μου μὲ τὰς δικάς του».
Δηλαδὴ, προσεύχομαι ἀπὸ κοινοῦ μὲ κάποιον καὶ ἑνώνω τὶς προσευχές μου μὲ τὶς δικές του προσευχές.
Στὴν πατερικὴ γραμματεία, σύμφωνα μὲ τὸν G.W.H. Lampe, «συμπροσεύχομαι» σημαίνει ''pray together, pray with''.
Δηλαδὴ προσεύχομαι μαζί, ναὶ αὐτὸ, pray together, pray with, προσευχόμαστε μαζί. Αὐτὸ εἶναι τὸ συμπροσεύχομαι,
ἐνῷ τὸ «συνεύχομαι» σημαίνει α) ''pray with, pray together'' (=προσεύχομαι μαζί),
καὶ β) ''wish one well'' (=εὔχομαι σὲ κάποιον νὰ ἦναι καλά).
Ἔτσι, ἄλλο τὸ συμπροσεύχομαι καὶ ἄλλο τὸ συνεύχομαι, λέει αὐτὸς ὁ ἑρμηνευτής.
Περαιτέρω, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἔχουμε συμπροσευχὴ ὅταν:
1. Ὑπάρχει σύμπτωση τόπου καὶ χρόνου στὴν προσευχή (ἀναγκαία, ἀλλὰ ὄχι ἰκανὴ συνθήκη).
2. Υπάρχει κοινὴ βούληση γιὰ τὸν ἴδιο σκοπὸ, γιὰ τὴν τέλεση προσευχῆς (ἰκανὴ καὶ ἀναγκαία συνθήκη).
3. Συμμετέχουμε στὴν ἐξέλιξη τῆς προσευχῆς μὲ τὴν χρήση κοινοῦ προγράμματος λατρείας (π.χ. κοινὸ τὸ περιεχόμενο τῶν εὐχῶν ἢ τῶν ὕμνων, ἀνταπόκριση στὶς κελεύσεις τοῦ λειτουργοῦ, ἔνδυση λειτουργικῶν ἀμφίων γιὰ τοὺς Κληρικοὺς) (ἰκανὴ ἀλλὰ ὄχι ἀναγκαία συνθήκη).
Συμπερασματικὰ, ὅταν μὲ τὴν ὅλη μας ἀναστροφὴ (λόγια, ἔργα, συμπεριφορὰ) ἐπιδιώκουμε νὰ δώσουμε τὴν ἐντύπωση στοὺς ἄλλους ὅτι ἐπιθυμοῦμε νὰ συμμετέχουμε κι ἐμεῖς στὴν λατρεία τους.
Αὐτὸ εἶναι ἡ συμπροσευχὴ, ὅταν, ὅταν μὲ τὴν στάση μας, μὲ τὴν βούλησή μας, δείχνουμε στοὺς ἄλλους ὅτι ἐπιδιώκουμε νὰ δώσουμε τὴν ἐντύπωση δηλαδὴ ὅτι ἐπιθυμοῦμε νὰ συμμετέχουμε κι ἐμεῖς στὴν λατρεία τους.
Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὰ ἀνωτέρω δὲν συντελεῖται συμπροσευχὴ ὅταν ἔχουμε ἐπίσκεψη ἢ παρακολούθηση κάποιας θρησκευτικῆς τελετῆς γιὰ ἐπιστημονικοὺς, τουριστικοὺς, ἐθιμοτυπικοὺς, ἢ κοινωνικοὺς καὶ μόνο λόγους.
Καὶ αὐτὸ τὸ λέγει ὁ Θεοδωρόπουλος, ἀπάντηση στὶς ἐπικρίσεις κ.τ.λπ., Τὰ δύο ἄκρα, Οἰκουμενισμὸς καὶ ζηλωτισμὸς. (
Σημείωσις ἡμετέρα: Δὲν ἀνέφερε βεβαίως ὁ Θεοδωρόπουλος -γιατί ἄρα γε;- ὅτι μπορεῖ ὄντως αἱ προϋποθέσεις τῆς συμπροσευχῆς νὰ μὴ συνυπάρχουσιν ὅλαι εἰς τὰς πιὸ πάνω περιπτώσεις, ὅμως τοιουτοτρόπως παραβαίνονται πλεῖσται ὅσαι διδασκαλίαι τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας αἵτινες ἀπαγορεύουσιν τὸν συμφυρμὸν, τὸν συγχρωτισμὸν, τὸν συνεορτασμὸν, κ.τ.λπ. μετὰ τῶν αἱρετικῶν)
Αὐτὸ δὲν λέγεται συμπροσευχὴ, συμπροσευχὴ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διάθεση.
Ἐμεῖς ἐδῶ, στὸν Ναό μας, εἴχαμε μιὰ θέση, ἀπὸ δύο περιστατικὰ ποὺ συνέβησαν, καὶ ποὺ μοῦ δημιούργησαν ἔτσι, ἰσχυρὴ τὴν ἐπιθυμία νὰ βάλω ὅρους, ὅσο εἶχα τὴ δικαιοδοσία αὐτή. Δηλαδὴ τί;
Κάποτε, τὸ εἶχα πεῖ καὶ δημόσια αὐτὸ, καὶ τὸ ξαναλέω, δὲν ξέρω ποιὸς ἦταν Νεωκόρος μου τότε, ἦταν ἡμέρα ποὺ πέθανε ὁ Πάπας, ὁ Πάπας ὁ Παῦλος ὁ Ἱωάννης ὁ δεύτερος. Ἔτσι λεγόταν; Ἰωάννης Παῦλος ὁ δεύτερος. Ἦρθα ἐδῶ νὰ κάνω τὸν Ἑσπερινό. Ἤμουν στὸ ἀναλόγιο. Κάνω τὸν Ἑσπερινὸ, βλέπω μπαίνει μιὰ γυναίκα, εἶχε σταθεῖ στὸ πίσω μέρος τοῦ Ναοῦ, ἐγὼ δὲν τὴν εἶχα δεῖ ἀκόμα, ἀλλὰ, τώρα ἦρθε ὁ Νεωκόρος ἢ ἡ Νεωκόρος καὶ μοῦ εἶπε; δὲν ἦρθε; δὲν ξέρω.
Ξαφνικὰ, βλέπω τὴν γυναίκα αὐτὴν δεμένη ἀπ᾿ τὸν λαιμὸ νὰ τὴν σέρνουν τέσσερις, καὶ νὰ τὴν βάζουνε στὸ κέντρο τοῦ Ναοῦ νὰ προσευχηθῇ. Ἐγὼ ταράχτηκα. Πρῶτα-πρῶτα αὐτὰ τὰ δαιμόνια τὰ ὁποῖα τὴν σβαρνούσανε, καὶ τὴν ἀναγκάζανε νὰ τὴν φέρουν μέσα στὸν Ναὸ καὶ τὴν ἀναγκάζανε νὰ γονατίσῃ νὰ προσευχηθῇ. Μοῦ τὸ ἀποκάλυψε αὐτὸ ὁ Θεὸς ἐκείνη τὴν ὥρα καὶ ἔτρεξα. Τὴν λέω: ''Τί ᾖσαι;'' Λέει: ''ἦλθα νὰ προσευχηθῶ γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Πάπα, εἶμαι Καθολικιὰ, καὶ θέλω νὰ κάνω μιὰ προσευχὴ, καὶ τὴν ἔβγαλα ἔξω. Μαζὶ μὲ αὐτὴν ὅλους τοὺς πέταξα ἔξω ἀπὸ τὸν Ναό.

Αὐτὸ ἦταν τὸ ἔναυσμα γιὰ μένα νὰ βάλω ἀνακοίνωση στὸν Ναὸ καὶ νὰ λέω κανένας δὲν θὰ εἰσέρχεται εἴτε τουρίστας εἴτε τ.λπ. τὴν ὥρα τῆς λατρείας. Μετὰ μπορεῖς νὰ ᾿ρθῃς. Μισὴ ὥρα εἶναι ὁ Ἑσπερινός; Μετὰ μπορεῖς νὰ μπῇς. Γιατί ἐγὼ, δὲν εἶναι ξεκάθαρο γιὰ μένα πότε. Ὁ ἄλλος θὰ μπῇ, θ᾿ ἀνάψῃ κερί. Κάνει τὸν σταυρό του παπικὰ, προσκυνάει εἰκόνα. Κάθεται πολὺ ὅμορφα καὶ μὲ σεβασμὸ, τὴν ὥρα ποὺ ἐγὼ ψάλλω, καὶ παρακολουθάει τὰ τελούμενα. Δηλαδὴ πὼς θὰ τὸ ξεχωρίσουμε, ἂν αὐτὸς εἶναι τουρίστας, κι ἔρχεται νὰ δῇ τὸν Ναὸ, ἢ ἂν ἐκείνῃ τὴν στιγμὴ συμμετέχῃ.
Κι ἔνα δεύτερο περιστατικὸ, τὸ ὁποῖο μοῦ τὸ ἐνίσχυσε αὐτὸ, ἦταν σὲ μιὰ τελετὴ ἀναστάσεως, ποὺ θὰ κάναμε. Ξεκινήσαμε μὲ τὴν ἀνάγνωση τῶν Πράξεων, ἀφοῦ τελειώσαμε ἀρχίσαμε τὸ Μεσονυκτικὸ, πρὶν ἀπ᾿ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη. Κι ἦρθε ἕνας, καὶ μοῦ ἔφερε ἕναν, μοῦ λέει: ''Πάτερ''. Τὸν βλέπω ἐγὼ, ἤτανε, φαινόταν κιόλας γιατί ἤτανε Κινέζος, φαινόταν κατ᾿ εὐθείαν ὅτι εἶναι ξένος. Λέω: ''Εἶναι Ὀρθόδοξος;'' Μοῦ λέει: ''Ὄχι''. Ἀλλὰ λέει: ''Πάτερ, θέλω νὰ συμμετάσχῃ, εἶναι πολὺ πιστὸ παιδὶ, εἶναι Παπικὸς, ἀλλὰ θέλει νὰ συμμετάσχῃ στὴν ἀκολουθία''. Τοῦ λέω: ''Ὄχι''. Στενοχωρέθηκε. Μὲ ὡραῖο τρόπο τοῦ εἶπα: ''Ὄχι''. Λέω: ''Ὄχι σὲ παρακαλῶ''. Λέει: ''θὰ πᾶμε στὸν Ἅγιο Δημήτριο''. ''Πᾶτε ὅπου θέλετε'' λέω ''ἐδῶ στὸν Ναό μου δὲν θὰ τὸ κάνουμε αὐτό''. Καὶ αὐτὸ ἦταν τὸ δεύτερο, γιατί δὲν ἦλθε σὰν τουρίστας, ἦλθε νὰ συμμετάσχῃ στὴν ἀκολουθία. Ἐπειδὴ οἱ Κανόνες τὸ ἀπαγορεύουν δὲν τὸ ἐπέτρεψα, καὶ ἔβαλα ἐκεῖνο τὸ αὐστηρὸ κατὰ τὰ ἄλλα, κατὰ κάποιο τρόπο αὐστηρὸ, πολύγλωσσο κείμενο, τὸ ὁποῖο, μὲ τὸ ὁποῖο λέγαμε: ''Ἐν ὥρᾳ θείας λατρείας μὴν εἰσέρχεστε στὸν Ναὸ γιατί δὲν τὸ ἐπιτρέπουμε''. Ἔτσι;
Θὰ σταματήσουμε ἐδῶ, λίγα πράγματα νὰ ποῦμε, γιὰ νὰ κάνουμε καὶ τὸ χατῆρι τοῦ Ἐλευθέριου, καὶ θὰ
ξαναδοῦμε δύο-τρία πράγματα ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ διαβάσαμε ἤδη, καὶ θὰ συνεχίσωμε τὴν ἑπόμενη φορὰ, πιστεύω πιὸ συστηματικὰ νὰ τὸ κάνουμε. Ἐδῶ νὰ σταματήσουμε, νὰ μὴ σᾶς κουράσω ἄλλο.
Ὡραία, λοιπὸν, ἂν ἔχετε κάτι νὰ ῥωτήσετε πάνω σὲ αὐτὰ ποὺ ἔχουμε πεῖ, τώρα. Τὸ μικρόφωνο ὑπάρχει ἐδῶ; Ὑπάρχει; Ἂν ὑπάρχῃ, ποὺ εἶναι; Ναὶ.
Ἔτσι καὶ ἕνας Καθηγητής μου, πῆγε ὡς τουρίστας στὸ Βατικανὸ, στὸν Ἅγιο Πέτρο, πῆγε σὰν τουρίστας μέσα, Καθηγητὴς Ἀρχιτεκτονικῆς στὸ Πανεπιστήμιο, θεολόγος, καὶ σὰν τουρίστας ξεκίνησε, καὶ πῆγε καὶ κοινώνησε ὅστια. Κοινώνησε ὅστια, καὶ μᾶς τὸ ᾿λεγε, σὰν παράδειγμα. Τοῦ λέμε: ''Καλὰ κ. Καθηγητᾶ''. Λέει: ''Ἔ, παρασύρθηκα'' λέει, ''εἶδα ὅλους πήγαιναν, πῆγα κι ἐγώ''. Τί παρασύρθηκες; Παρασύρθηκες, πρόβατο εἶσαι;